Η βιταμίνη D κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης-Από τον κλινικό διαιτολόγο Γιάννη Χρύσου - photo

Γιάννης Χρύσου

Κλινικός διατροφολόγος-διαιτολόγος

Εδώ και δεκαετίες, η βιταμίνη D είναι γνωστή για τον καθοριστικό της ρόλο στην απορρόφηση και τον φυσιολογικό μεταβολισμό του ασβεστίου και του φωσφόρου στον οργανισμό. Μέχρι πρόσφατα θεωρούσαμε ότι η επάρκεια της, ειδικά σε χώρες όπως είναι η Ελλάδα, είναι δεδομένη λόγω της έντονης ηλιοφάνειας. Μελέτες όμως των τελευταίων ετών απέδειξαν ότι τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D στο αίμα, μπορεί να ταλαιπωρεί έως και το 70% του πληθυσμού!

Το γεγονός της έντονης έλλειψης και ανεπάρκειας, σε συνδυασμό με τα νεότερα ερευνητικά δεδομένα που συσχετίζουν τις επαρκείς ποσότητές βιταμίνης D με την παραγωγή και δράση της ινσουλίνης, την λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος και την διαμόρφωση των πνευμόνων κατά την εμβρυική, βρεφική και πρώτη παιδική ηλικία, καθιστούν την κάλυψη των ημερήσιων αναγκών της εγκύου απαραίτητη προϋπόθεση για τον περιορισμό ανεπιθύμητων επιπλοκών, τόσο για την ίδια, όσο και για το βρέφος.

Κίνδυνοι υποβιταμίνωσης D κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης

Είναι πια γνωστό και κοινώς αποδεκτό ότι η έκβαση μιας εγκυμοσύνης εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από το επίπεδο θρέψης και υγείας της εγκύου ή ακόμα καλύτερα της γυναίκας που πρόκειται να προβεί σε μία εγκυμοσύνη. Για παράδειγμα, μελέτη που αξιολόγησε το βάρος εγκύων γυναικών, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το 61% των γυναικών που ήταν παχύσαρκες πριν την εγκυμοσύνη, παρουσίαζαν έλλειψη σε βιταμίνη D.

Κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης η υποβιταμίνωση D αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο για υπέρταση και προ-εκλαμψία. Ο κίνδυνος αυτός φαίνεται να είναι ανάλογος με τον βαθμό της υποβιταμίνωσης, η οποία σε έντονο βαθμό μπορεί να 5πλασιάσει τον κίνδυνο εμφάνισης προ-εκλαμψίας και να 2πλασιάσει τον κίνδυνο έλλειψης βιταμίνης D και στο έμβρυο.

Επιπλέον, η έλλειψη βιταμίνης D κατά την εγκυμοσύνη έχει συσχετισθεί θετικά με την γέννηση παιδιών και χαμηλό σωματικό βάρος, λόγω της περιορισμένης ανάπτυξης των μεγάλων οστών του εμβρύου αλλά και της αυξημένης πιθανότητας πρόωρου τοκετού.

Η έλλειψη βιταμίνης D, φαίνεται να παίζει τον ρόλο της και στην εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη μέσω της ικανότητας ανοχής της γλυκόζης του οργανισμού. Για την έγκυο, η δράση αυτή δεν είναι ακόμα ξεκάθαρη. Υπάρχουν όμως μελέτες που έχουν συσχετίσει θετικά τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D με τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη κυήσεως λόγω της μειωμένης παραγωγής ινσουλίνης αλλά και της ευαισθησίας του οργανισμού σε αυτήν.

Τέλος, η έντονη έλλειψη βιταμίνης D έχει συσχετισθεί με 4πλάσιο κίνδυνο τοκετού με καισαρική τομή και όχι φυσιολογικό τοκετό.

Κίνδυνοι υποβιταμίνωσης D για το βρέφος

Όπως προαναφέρθηκε, τα επίπεδα βιταμίνης D της εγκύου μητέρας, επηρεάζουν και τα επίπεδα της εν λόγο βιταμίνης στο έμβρυο και στην συνέχεια το βρέφος. Στην περίπτωση αυτή, αυξάνεται και ο κίνδυνο μειωμένης οστικής ανάπτυξης αλλά και ισχυροποίησης των οστών, με αποτέλεσμα να αυξάνεται και η πιθανότητα εμφάνισης οστεοπόρωσης στην μετέπειτα ζωή.

Ακόμα, τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D κατά την εγκυμοσύνη μπορεί αν σχετίζονται και με την εμφάνιση άσθματος, αυξημένο κίνδυνο ιογενούς βρογχιολίτιδας και λοιμώξεων των αναπνευστικού συστήματος.

Στο σύνολο των παραπάνω δράσεων, απαιτούνται περισσότερες μελέτες, περισσότερο για την αναγνώριση των μηχανισμών δράσης της βιταμίνης D. Η αναγκαιότητα όμως τακτικό έλεγχο και συμπλήρωση της διατροφής μίας εγκύου με βιταμίνη D θεωρείται δεδομένη και είναι ο λόγος που οδήγησε επίσημους φορείς ανά τον κόσμο να εκδώσουν οδηγίες για την κάλυψη των ημερήσιων αναγκών κάθε εγκύου γυναίκας.

Ποιες γυναίκες βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο υποβιταμίνωσης D

Σε γενικές γραμμές, η βιταμίνη D είναι δύσκολο να ληφθεί μέσω της διατροφής. Οι διατροφικές πηγές περιλαμβάνουν το εμπλουτισμένο γάλα (αρκετές γυναίκες έχουν δυσανεξία στην λακτόζη), ο σολομός (αρκετές έγκυες αποφεύγουν την τακτική κατανάλωση λόγω βαρέων μετάλλων) και ο κρόκος αυγού. Η σύνθεση από τον ήλιο είναι περιορισμένη σε γυναίκες με σκούρα επιδερμίδα, σε εκείνες που εκτίθενται καθημερινά στον ήλιο (αποτελεί και οδηγία κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης) και εκείνες που χρησιμοποιούν αντιηλιακά. Η διαδρομή δείχνει να καταλήγει σε αδιέξοδο, αλλά πριν από εκείνο το σημείο, είναι σημαντική η τακτική αξιολόγηση, ώστε να γνωρίζει κάθε έγκυος τα δικά της επίπεδα βιταμίνης D.

Έλεγχος των επιπέδων βιταμίνης D στο αίμα

Ακόμα, ο τακτικός έλεγχος βιταμίνης D δεν έχει μπει στην ρουτίνα των εξετάσεων μίας εγκύου, αν και είναι ιδιαίτερα εύκολος και μπορεί αν πραγματοποιηθεί με μία απλή λήψη αίματος μαζί με τις υπόλοιπες εργαστηριακές εξετάσεις. Αποτελεί αντικείμενο συζήτησης, αν πρέπει να το κάνουν όλες οι γυναίκες ή όσες έχουν συγκεκριμένη συμπτωματολογία, όπως για παράδειγμα έγκυες με χαμηλά επίπεδα ασβεστίου, οστικούς πόνους, υψηλή κατανάλωση αλκοόλ κ.α.

Η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D και οι διεθνείς συστάσεις

Σύμφωνα με αυτές, η χρήση συμπληρώματος βιταμίνης D είναι απαραίτητη κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης και συστήνεται να λαμβάνεται κατά την διάρκεια που η γυναίκα προσπαθεί να μείνει έγκυος και φυσικά κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης. Οι περισσότερες πολυβιταμίνες που στοχεύουν στην κάλυψη των αναγκών μίας εγκύου, περιέχουν 400 μονάδες βιταμίνης D. Συχνά όμως, σύμφωνα με αποτελέσματα μελετών, η ποσότητα αυτή δεν φαίνεται να είναι αρκετή για να περιορίσει τους κινδύνους της υποβιταμίνωσης. Αρκετοί ερευνητές συστήνουν την λήψη 1000 έως και 3000 μονάδων ημερησίως. Σήμερα κυκλοφορούν και στην Ελληνική αγορά συμπληρώματα διατροφής με βιταμίνη D3, ειδικά σχεδιασμένα για εγκύους, σε μορφή στοματικού σπρέυ, τα οποία απορροφώνται κυρίως από το στοματικό βλεννογόνο, παρακάμπτοντας την εντερική απορρόφηση. Με αυτόν τον πολύ εύληπτο τρόπο επιτυγχάνεται καλύτερη απορρόφηση από τις κλασικές κάψουλες D3. Τα κορυφαία συμπληρώματα διατροφής σε μορφή στοματικού σπρέυ έχουν σχεδιαστεί και ελεγχθεί στην φαρμακευτική σχολή του Πανεπιστημίου του Cardiff.